Ο Ρήγας Φεραίος,

ο επονομαζόμενος Βελεστινλής, γεννήθηκε στο Βελεστίνο, τις αρχαίες Φερρές το 1757, από εύπορη οικογένεια. Ο πατέρας του ονομαζόταν Κυριαζής και η μητέρα του Μαρία και φέρεται πως είχε μία αδελφή την Ασήμω. Ο Pouqeville αναφέρει πως είχε και αδελφό, ο οποίος μάλιστα συμμετείχε στην επανάσταση του 1821.

 Βίος και επανάσταση

Τα νεανικά χρόνια του Ρήγα Φεραίου είναι βυθισμένα στην αχλύ του θρύλου και είναι δύσκολο να ανιχνευθούν τα πραγματικά γεγονότα. Τα πρώτα του γράμματα λέγεται ότι τα διδάχθηκε από ιερέα του Βελεστίνου και κατόπιν στη Ζαγορά. Καθώς διψούσε για μάθηση, ο πατέρας του τον έστειλε στα Αμπελάκια για περαιτέρω μόρφωση. Όταν επέστρεψε, έγινε δάσκαλος στην κοινότητα Κισσού Πηλίου. Στην ηλικία των είκοσι ετών σκότωσε στο Βελεστίνο έναν Τούρκο πρόκριτο και κατέφυγε στο Λιτόχωρο του Ολύμπου, όπου κατατάχθηκε στο σώμα των αρματολού θείου του Σπύρου Ζήρα. Αργότερα βρίσκεται στο Άγιο Όρος, φιλοξενούμενος του ηγουμένου της μονής Βατοπεδίου, Κοσμά.

 Στο Άγιο Όρος έμεινε πολύ λίγο. Ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη, στην οικία του πρίγκιπα Αλέξανδρου Υψηλάντη, όπου διεύρυνε τις σπουδές του στη Γαλλική και τη Γερμανική γλώσσα. Όταν ο Υψηλάντης έφυγε για το Ιάσιο, προκειμένου να γίνει ηγεμόνας της Μολδαβίας, ο Ρήγας τον ακολούθησε. Διαφωνώντας με τον Υψηλάντη έγινε γραμματέας του ηγεμόνα της Βλαχίας Μαυρογένη και ταξίδεψε για το Βουκουρέστι, όντας πλέον στην ηλικία των 30 χρόνων. Μετά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο και την ήττα της Τουρκίας ο Μαυρογένης αποκεφαλίστηκε ως υπαίτιος της ήττας και ο Ρήγας κατέφυγε στη Βιέννη, την οποία έκανε έδρα της επαναστατικής δράσης του.

 Στη Βιέννη συνεργάτες του ήσαν κυρίως Έλληνες έμποροι ή σπουδαστές, αλλά οι σημαντικότεροι από αυτούς ήταν οι αδελφοί Πούλιου, από τη Σιάτιστα της Μακεδονίας, τυπογράφοι. Στο τυπογραφείο τους τύπωσε την επαναστατική του προκήρυξη σε χιλιάδες αντίτυπα, προκειμένου να μοιραστούν στους Έλληνες των υπόλοιπων φιλελεύθερων περιοχών των Βαλκανίων. Ο Ρήγας απέβλεπε στην απελευθέρωση και ενοποίηση όλων των Βαλκανικών λαών και φυσικά όλου του ελληνικού στοιχείου που ήταν διασκορπισμένο στην Ανατολή και τα ευρωπαϊκά κέντρα. Επηρεασμένος από τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, πίστεψε βαθιά στην ανάγκη της επαφής των Ελλήνων με τις νέες ιδέες που σάρωναν την Ευρώπη και αυτό τον ώθησε στη συγγραφή ή μετάφραση βιβλίων σε δημώδη γλώσσα και τη σύνταξη της Χάρτας, ενός μνημειώδους για την εποχή του χάρτη, διαστάσεων 2,07 x 2,07 μ, που αποτελείτο από επί μέρους τμήματα.

Παράλληλα με τις εκδοτικές του δραστηριότητες, ο Ρήγας προετοίμαζε και την αναχώρησή του από την Αυστρία, κυρίως εξαιτίας του επαναστατικού κλίματος που είχε καλλιεργήσει η Γαλλική Επανάσταση και της διάθεσής του να ενισχύσει τις προσπάθειες του Ναπολέοντα. Οι πληροφορίες για τη μυστική επαναστατική δράση του Ρήγα είναι ασαφείς και προέρχονται κυρίως από μαρτυρίες βιογράφων και και πληροφορίες τις οποίες απέσπασε η ανάκριση των Αυστριακών αρχών μετά τη σύλληψη του Ρήγα και των συντρόφων του. Το συμπέρασμα ούτως ή άλλως είναι ότι δεν υπήρχε οργανωμένος επαναστατικός συνομωτικός πυρήνας αλλά διάσπαρτες επαφές με ομοεθνείς, τους οποίους διήγειρε ο επαναστατικός ενθουσιασμός του Ρήγα. Η τελευταία φάση προετοιμασίας του συνδέεται με δύο επαναστατικές προκηρύξεις, το Επαναστατικό Μανιφέστο και την Προκήρυξη, που τυπώθηκε σε μεγάλο αριθμό αντιτύπων. Οι δύο προκηρύξεις στάλθηκαν στον Αντώνη Νιώτη στην Τεργέστη, για να τα παραλάβει ο Ρήγας και να τα προωθήσει στην Ελλάδα. Η επιστολή, όμως, με την οποία ενημέρωνε ο Ρήγας για την αποστολή των εντύπων του, έπεσε στα χέρια του Δημητρίου Οικονόμου, εμπορικού συνεργάτη του Αντώνιου Κορωνιού, προς τον οποίο απευθυνόταν η επιστολή. Ο Οικονόμου κατέδωσε και τους δύο στην αυστριακή αστυνομία.

Η ΛΑΪΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΗΣ  ΣΧΟΛΗΣ  ΚΑΙ ΤΟ ΚΤΙΡΙΟ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

       Τα γεγονότα που σημάδεψαν την εξελικτική πορεία του σχολείου και της παιδείας στη Ζαγορά από τότε και μετά είναι άμεσα συνδεδεμένα με δύο πρόσωπα, τον Ιωάννη Πρίγκο και τον Πατριάρχη Καλλίνικο.

      Οι Δημητριείς, οι τόσο προσεκτικοί σε επαίνους γράφουν:

 «Από τη Ζαγορά ευγήκαν κατά καιρούς άξιοι άνθρωποι πολλοί, εκείνοι όμως όπου είναι άξιοι να διαιωνιστεί το όνομα τους  είναι μόνο δύο. Κωνσταντίνος Μαυρίκιος……και ο Ιωάννης Πρίγκος ο οποίος εχρημάτισε πραματευτής εις την Ολλανδία με πολλή φήμη και ευεργέτης της πατρίδας του ειπέρ τις άλλος…..»

      Ο Πρίγκος ξενιτεύτηκε από νωρίς στη Σμύρνη, στην Αλεξάνδρεια, στη Βενετία, στο Άμστερνταμ όπου έζησε είκοσι χρόνια και τελικά επέστρεψε στην πατρίδα του το 1776. Η πίκρα του γιατί δεν έμαθε γράμματα και η πίστη του ότι τα γράμματα κάνουν ανθρώπους μια φράση που έγραψε πολλές φορές στα σημειώματα του τον βοήθησαν να ξεπεράσει τον ίδιο του τον εαυτό. Έμαθε μόνος του να γράφει και να διαβάζει και ανακάλυψε πως «είναι η σοφία σαν πλούτος και όποιος τον φυλάει τον πλούτο τον έχει όποιος δεν τον ψηφά και τον σκορπά τον στερείται».

       Με την επιθυμία να φανεί ωφέλιμος στην πατρίδα του, άρχισε να στέλνει βιβλία για το σχολείο που θυμόνταν ότι λειτουργούσε στον Αγ. Ιωάννη τον Πρόδρομο.

       Η αρχή έγινε το 1762. Το 1765 πληροφορείται ότι τα βιβλία μένουν αχρησιμοποίητα γιατί δεν ξέρει κανείς να τα διαβάσει, αφού το σχολείο έχει πάψει να λειτουργεί λόγω έλλειψη πόρων.

       Την ίδια περίπου εποχή, αρχίζει τις χρηματικές του ενισχύσεις για την επαναλειτουργία του σχολείου. Προηγουμένως όμως, θέλοντας να ενισχύσει τους 1.000 περίπου τόμους των βιβλίων, που με κόπους είχε στείλει, έφτιαξε “οικίαν λίθινη” πλάι στο σχολείο, για να στελεχωθεί η βιβλιοθήκη.

      Η επαναλειτουργία του σχολείου άρχισε το 1767. Όταν το 1776 επέστρεψε στη Ζαγορά, βοηθούμενος από τον Πατριάρχη Καλλίνικο, άνθρωπο μορφωμένο, σοβαρό και με μεγάλο κύρος, έπεισε και άλλους Ζαγοριανούς έμπορους να χρηματοδοτήσουν την ανέργεση νέου οικοδήματος για να στεγασθεί στο σχολείο.

      Το 1777 το νέο κτίριο είχε τελειώσει στην ίδια θέση που ήταν το παλιό, μπροστά από το εκκλησάκι του Προδρόμου. Είχε μια μεγάλη αίθουσα διδασκαλίας και επικοινωνούσε με το κτίριο της βιβλιοθήκης. Είχε ακόμα χώρους που χρησίμευαν για την διαμονή των δασκάλων, των μαθητών που ήταν από γειτονικά χωριά.

     Το νέο σχολείο ήταν ένα σημαντικό γεγονός όχι μόνο για τη Ζαγορά, αλλά και για το Πήλιο. Με τη διδακτική του ύλη σε πιο σύγχρονες βάσεις και την πλούσια βιβλιοθήκη που διέθετε, αποτελούσε πλέον σχολή, Ελληνομουσείο, όπως συνήθιζαν να ονομάζουν τότε τα ανώτερα σχολεία.

      Η λειτουργία του συνεχίστηκε μετά από αρκετές περιπέτειες μέχρι το 1790. Τότε άρχισαν να σφετερίζονται οι προεστοί τα χρήματα που είχε προικοδοτήσει ο Πρίγκος για το μισθό του δασκάλου και το σχολείο άλλοτε είχε δάσκαλο και άλλοτε όχι.

      Τώρα πλέον οι πλούσιοι Ζαγοριανοί έστελναν τα παιδιά τους στ’ Αμπελάκια, που τότε ήταν στη μεγάλη τους ακμή και είχαν μια από τις καλύτερες σχολές. Το 1800 άρχισε η επαναλειτουργία του Ελληνομουσείου, για να σταματήσει πλέον οριστικά, τα πρώτα μετά την επανάσταση χρόνια.

     Οι δημογέροντες το 1876, γκρέμισαν το σχολείο και χρησιμοποίησαν τις πέτρες του, για να χτίσουν το περίβολο του νεκροταφείου της συνοικίας του Αγίου Γεωργίου και να στρώσουν το καλντερίμι που οδηγεί ως εκεί. Έτσι καταγγέλλει ο Γ. Κορδάτος.

     Ο Νικαρούσης αναφέρει ότι «η βιβλιοθήκη, ερειπωθήσα κατηδαφίσθη το 1886….». Ανεξάρτητα το πότε κατεδαφίσθηκε το σχολείο και η βιβλιοθήκη, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι καταστράφηκε ένα μνημείο με ιστορική και καλλιτεχνική αξία.

      Ο γέρο εργολάβος Ζαφείρος Αγγελή Στεργίου που έκανε την κατεδάφιση διηγήθηκε πολλές φορές ότι η βιβλιοθήκη ήταν εσωτερικά ζωγραφισμένη και έμοιαζε με ναό. Μετά την κατεδάφιση το μόνο που απόμεινε ήταν το παράρτημα της βιβλιοθήκης όπου έμειναν οι δάσκαλοι. Αυτό ακριβώς το κτίσμα που σήμερα θεωρείται «Σχολείο του Ρήγα», κατά το 1942 κάηκε, με αποτέλεσμα να πέσει ο ένας τοίχος του. Αργότερα το Υπουργείο Παιδείας φρόντισε να ξαναχτιστεί το καμένο κομμάτι.

 

Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΜΟΥΣΕΙΟΥ

     Το «Ελληνομουσείο» ανήκει στην λεγόμενη λαϊκή αρχιτεκτονική της Βορείου Ελλάδος και έχει κτιστεί με την τεχνική που κτίζονταν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, τα μεγάλα σπίτια-πύργοι του Πηλίου.

    Την εποχή εκείνη, οι κομπανίες των λαϊκών μαστόρων που ξεκινούσαν από την Ήπειρο και τα χωριά της Δυτικής Μακεδονίας, περιόδευαν σε όλη την επικράτεια

Της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

   Στο Πήλιο, σε κάθε γωνιά, υπάρχουν έργα με ανεξίτηλα σημάδια της παρουσίας τους, πότε μια υπογραφή και πότε ανάγλυφες ανδρικές μορφές, σύμβολο του πρωτομάστορα και σφραγίδα της οικοδομικής συντεχνίας.

    Στην εποχή που μας απασχολεί στην Ζαγορά, αλλά και σε όλο το Πήλιο, μάστοροι από το χωριό Ζουπάνι της Ηπείρου έχτιζαν εκκλησίες, βρύσες, σπίτια, γεφύρια. Γι αυτό το πιο πιθανό είναι, οι τεχνίτες που έχτισαν το Ελληνομουσείο να ήταν Ηπειρώτες.

    Η ανασφάλεια που επικρατούσε στη Ζαγορά εξαιτίας των Αρβανιτών και των Ελλήνων κλεφτών επέβαλε του τύπο της οχυρωμένης κατοικίας όπως είχε μεταμορφωθεί από τον οχυρό πύργο του μεσαίωνα στον τύπο κατοικίας με διατηρούμενο το φρουριακό χαρακτήρα μόνο στο ισόγειο ή και στον ημιώροφο.

    Το Ελληνομουσείο, τυπολογικά ανήκει σ’ αυτήν την κατηγορία σπιτιών, με κάτοψη σε σχήμα Γ.

     Τα οικοδομικά υλικά και η τεχνική η οποία έχει εφαρμοστεί στο Ελληνομουσείο χαρακτηρίζονται από χονδρούς τοίχους του ισογείου (0,80 μ. περίπου) είναι χτισμένοι με μεγάλες πέτρες και τα κενά ανάμεσα τους γεμίζονται με μικρότερα λιθαράκια. Δεν υπάρχει συνεκτικό υλικό.

     Οι ξυλόδεσμοι (χατίλια) που ζώνουν το κτίριο, δεν βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο στις γωνίες, αλλά εδράζεται ο ένας στον άλλο κι αφήνουν τις άκρες των ξύλων τους ορατές.

     Οι «κάλπες», τα κάθετα προς τους ξυλοδαρμούς ξύλα που τους συνδέουν κατ’ αποστάσεις, φθάνουν μέχρι την εσωτερική επιφάνεια της τοιχοποιίας κι’ αφήνουν γυμνές τις άκρες τους.

     Αυτό γίνεται για να μην σαπίσουν τα ξύλα. Ξυλόδεσμοι υπάρχουν ακόμα στο ύψος των δοκαριών του πατώματος, καθώς και πάνω απ’ τα υπέρθυρα των παραθύρων.

    Ο βορεινός τοίχος δεν έχει ξυλόδεσμους, τουλάχιστον στην εξωτερική του επιφάνεια.

     Στις γωνιές μεγάλες πέτρες ενισχύουν την κατασκευή.

      Η αργολιθοδομή των εξωτερικών τοίχων, συνεχίζεται στον όροφο σε όλες τις πλευρές εκτός από την ανατολική. Έτσι δένεται καλύτερα η οικοδομή. Η μείωση του πάχους των τοίχων στο όροφο έγινε για λόγους αντοχής και προς όφελος του εσωτερικού χώρου.

      Το δάπεδο του ορόφου, είναι από χοντρές σανίδες καρφωμένες απ΄ευθείας στα πατόξυλα. Τα μήκη τους είναι τυχαία με αποτέλεσμα η διάταξη που ακολουθούν να παρουσιάζεται ακανόνιστη.

     Όλα τα παράθυρα των οντάδων έχουν χονδρές κάσσες και ξύλινο κιγκλίδωμα. Τα εσωτερικά τους φύλλα ανοίγουν και ακουμπούν στο πάχος του τοίχου.

      Το κτίριο σήμερα είναι ότι απόμεινε από το συγκρότημα της βιβλιοθήκης και του σχολείου. Το σημερινό κτίριο δεν υπάρχει αμφιβολία ότι επικοινωνούσε στον όροφο με παραπλεύρως και προς Β, ευρισκόμενο κτίριο.

     Όταν έγινε η κατεδάφιση, το άνοιγμα από το οποίο γινόταν η επικοινωνία κλείστηκε με πέτρες. Οι πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι το κτίριο αυτό ήταν η βιβλιοθήκη.

     Πιθανόν το υπάρχον κτίσμα, η βιβλιοθήκη και το σχολείο με το οικοτροφείο του να σχημάτιζαν τη διάταξη Π, έτσι ώστε η εσωτερική, προφυλαγμένη από τον Βορρά και ανοικτή προς το Νότο αυλή άφηνε το φως και τη ζεστασιά του ήλιου να μπαίνουν ελεύθερα στους χώρους του συγκροτήματος.

      Το κτίσμα του “ Ελληνομουσείου” με την αυστηρή φρουριακή μορφή στις τρεις όψεις του, τα μεγάλα πάχη των τοίχων, τα μικρά παράθυρα και την “ εσωστρεφή” κτιριολογική διαμόρφωση του ισογείου, κατάλληλη για την άμυνα των ενοίκων, δείχνει καθαρά την καταγωγή του.

      Από τον βυζαντινό πύργο, το γνωστό ως αρβανίτικη κούκλα, που επικρατούσε στη Θεσσαλία στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, κράτησε αυτά τα χαρακτηριστικά. Αλλά οι ρίζες του δεν ανοίγονται μόνο σε παραδείγματα του μεσαίωνα.

      Έχει κρατήσει κι από την αρχαία πλατυμέτωπη κατοικία με “ προστώον” τα εν σειρά δωμάτια στον όροφο, τον ηλιακό κλεισμένο όμως με ελαφρά κατασκευή κι ακόμα την κατά μήκος κυρίαρχη διάσταση.

      Η μορφή του, αποτέλεσμα της συναντήσεως των δύο αυτών προτύπων όπως αλληλοσυμπλέχτηκαν στην μακρόχρονη εξελικτική τους πορεία είναι λιτή και σοβαρή.

     Το καθαρό κλειστό σχήμα και η αυστηρή επιφάνεια της αργολιθοδομής που διακόπτεται μόνον από τους οριζόντιους ξυλόδεσμους, τα ανοίγματα των παραθύρων και τις όψεις του είναι ορατές από το δρόμο βαρειές .

     Στην ανατολική πλευρά που βλέπει στην αυλή ο βαρύς αμυντικός χαρακτήρας της μορφής σπάει.

      Η μονοκόμματη λίθινη επιφάνεια της όψεως της ισογείου ελευθερώντας από το σκληρό ορθογωνικό σχήμα της κατόψεως και απλώνεται ελεύθερα, δημιουργώντας τα δύο σκέλη του Γ.

     Οι λευκές επιχρισμένες επιφάνειες των σαχνισιών επάνω στα ρυθμικά επαναλαμβανόμενα δοκάρια δίνουν ένα τόνο πιο ανθρώπινο στο κτίσμα.

     Και η “αστρέχα” , το γείσωμα της στέγης με την αρκετή έντονη προεξοχή της, τονίζει το τελείωμα των κάτασπρων επιφανειών.

     Τα μοναδικά στοιχεία που διακοσμούν την όψη είναι τα κεφάλια των φουρουσιών που στηρίζουν τα ξεπεταχτά και τα πολλά μικρά δοκαράκια ( φτενόξυλα , μερτέκια) που αντιστηρίζουν την αστρέχα.

     Με τα αρχοντικά που συναντούμε στον μακεδονικό χώρο και που ακολουθούν την παραδοσιακή μεταβυζαντινή οικοδομική, όπως διαμορφώθηκε στα χρόνια της τουρκικής κατακτήσεως, δεν μπορούμε να πούμε ότι μοιάζει το “ Ελληνομουσείο”.

      Μόνο στην κάτοψη, ξεφεύγοντας από το αυστηρά γεωμετρικό σχήμα των Πύργων διαπλάστηκε ανάλογα με τις ανάγκες όπως κι εκείνα.

Ούτε και ως προς την εσωτερική διακόσμηση μπορεί να συγκριθεί με τα αρχοντικά των αστικών κέντρων της Βόρειας Ελλάδας.

      Όπως λέει και ο καθηγητής Μέγας, αποτελεί την “ προβαθμίδα” της εξελίξεως “ της επιχωριγούσης εν τη Ανατολική Θεσσαλία οικοδομίας” που έφτασε στο αποκορύφωμα της στα μοναδικά αρχοντικά των Αμπελακίων.

      Απόδειξη αυτού είναι η ομοιότης της κατόψεως του “ Ελληνομουσείου” με την κάτοψη του αρχοντικού του Δημ. Σβαρτς στα Αμπελάκια.

     Είναι γεγονός ότι και με τα αρχοντικά της Σιάτιστας παρουσιάζει ομοιότητα ως προς το σχήμα Γ της κατόψεως.

     Οι λόγοι άμυνας των αρχαιοκτισμένων αρχοντικών, που έμεναν αφύλακτα στις ληστρικές επιδρομές.

                       Όμως η ομοιότης των κατόψεων του αρχοντικού του Δ. Σβαρτς και του     Ελληνομουσείου δεν περιορίζεται μόνο στο σχήμα, αλλά και στην εσωτερική διάθρωση των χώρων.

      Έτσι θα μπορέσουμε να πούμε ότι το Ελληνομουσείο ανήκει στον προτελευταίο κρίκο της αλυσίδας των διαδοχικών μορφών, που ακολούθησε η λαϊκή μας αρχιτεκτονική για να καταλήξει στην κομψότητα της μορφής και τον πλούτο της εσωτερικής διακοσμήσεως των αρχοντικών.

Copyright : http://www.pelion.com.gr